
Ιστορική αναδρομή
“ Τα δηλητήρια μπορεί να αποτελέσουν μέσα για την καταστροφή της ζωής ή παράγοντες θεραπείας ασθενειών ”
Experimental Sciences Claude Bernard (1813-1878)
H αλλαντοτοξίνη και ειδικότερα οι τύποι Α και Β (botulin toxin type A και Β) αυτής, γνωστές με τα εμπορικά ονόματα, Botox, Dysport, BTXA και Myoblock, είναι το φάρμακο που έχει απασχολήσει περισσότερο από κάθε άλλο, τον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο για τα αισθητικά του αποτελέσματα, ειδικότερα στην περιοχή του προσώπου.
Η αλλαντοτοξίνη είναι μικροβιακή εξωτοξίνη παραγόμενη από το μικρόβιο Clostridium botulinum(εικόνα) κατά την διάρκεια ανάπτυξης και πολλαπλασιασμού του.
Το μικρόβιο αυτό μολύνει τροφές,συνήθως κονσέρβες προκαλώντας πολύ επικίνδυνες έως θανατηφόρες τροφικές δηλητηριάσεις (αλλαντίαση).
Τον 18 και 19ο αιώνα στη Βαυαρία, η αλλαντίαση προκλήθηκε από λουκάνικα που συντηρήθηκαν ανεπαρκώς με βρασμό, κάπνισμα και προσθήκη άλατος.
Ο Justinus Andreas Christian Kerner(1786-1862),σημαντικός γερμανός ρομαντικός ποιητής και πολυάσχολος ιατρός,συνέλεξε στοιχεία από 230 περιπτώσεις αλλαντίασης και δημοσίευσε δυο σημαντικές μονογραφίες το 1820 και 1822.
Ο Kerner έδωσε μια πλήρη και ακριβή περιγραφή των συμπτωμάτων της κλινικής αλλαντίασης, όπως εξαφάνιση των δακρύων, διαστολή της κόρης των οφθαλμών, παράλυση των οφθαλμικών μυών, καταστολή έκρισης βλέννης και σάλιου, ξήρανση του δέρματος, παράλυση των σκελετικών μυών και των αντιστοίχων του πεπτικού συστήματος.
Τελικά, ο Kerner πρότεινε την δυνητική θεραπευτική χρήση της τοξίνης για τον αποκλεισμό παθολογικών κινητικών διαταραχών,όπως η χορία(chorea) και έκανε νύξη για χρήση της σε άλλες παθολογικές διαταραχές που συνοδεύονται με υπερέκριση. Ωστόσο, σταμάτησε την εργασία του μετά από αξιοσημείωτη και δημιουργική έρευνα στο πεδίο της αλλαντίασης.
Η εργασία του αναφέρεται με περισσότερες λεπτομέρειες από τους Erbguth and Naumann.
Το 1885 ο φυσιολόγος Claude Bernard έγραψε στο κλασικό του έργο Experimental Sciences "Tα δηλητήρια μπορεί να αποτελέσουν μέσα καταστροφής της ζωής ή παράγοντες θεραπείας ασθενειών”.
Eκατόν εξήντα έτη μετά την πρόβλεψη του Kerner για τις ιατρικές χρήσεις φυσικών δηλητηρίων και τοξινών και την νύξη δυνητικής κλινικής εφαρμογής, η ιδέα θεραπείας με τοξίνες αναθερμάνθηκε.
Η κλινική ανάπτυξη άρχισε στις αρχές της δεκαετίας του 1970 από τον Alan Scott, έναν οφθαλμίατρο στο Smith- Kettlewell του San Francisco σε συνεργασία με τον Edward Schantz, τ. καθηγητή του Πανεπιστημίου του Wisconin. Ο Scott άρχισε να χορηγεί ενέσεις διαφόρων φαρμάκων στους εξωοφθαλμικούς(extraocular) μύες σαν μια εναλλακτική λύση θεραπείας του στραβισμού. Μεταξύ αυτών ήταν και η αλλαντοτοξίνη, για την οποία αμέσως έγινε κατανοητό ότι προκαλεί μακροχρόνια παραλυτική δράση για αρκετές εβδομάδες, έχει ειδική χολινεργική δράση,στερείται παρενεργειών και η σχέση δόσης/αντίδρασης είναι ελεγχόμενη.
Αργότερα(1984), το στέλεχος τύπου- Α(Hall strain) του Clostridium bοtulinum δόθηκε από το Food Research Institute(FRI) του πανεπιστημίου του Wisconin στον Dr. Yinchun Wang για την έρευνα και ανάπτυξη της τοξίνης τύπου Α στο αντίστοιχο ινστιτούτο της πατρίδας του.
Μετά την απόκτηση του στελέχους ο Dr. Yinchun Wang και οι συνεργάτες του, πραγματοποίησαν έρευνα και τελικά ανέπτυξαν την τοξίνη τύπου Α σε κρυσταλλική μορφή με υψηλή τοξικότητα, καθαρότητα και σταθερότητα το 1988. Τον Σεπτέβριο του ιδίου έτους πραγματοποιήθηκε η παραγωγή των τριών πρώτων παρτίδων της τοξίνης τύπου Α.
Τον Φεβρουάριο του 1989, το προιόν αξιολογήθηκε και τέθηκε σε έλεγχο κλινικής φάσης Ι και ΙΙ.
Το 1989, ο Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων των Ηνωμένων Πολιτειών, ενέκρινε την αλλαντοτοξίνη τύπου Α σαν ένα ορφανό φάρμακο(orphan drug) για θεραπεία των ατόμων που πάσχουν από τις ακούσιες μυικές διαταραχές, στραβισμό, βλεφαρόσπασμο και ημιπροσωπικό σπασμό(hemifacial spasm). Βάσει των αποτελεσμάτων για θεραπεία αυτών των παθήσεων, εγκρίθηκε η δοκιμαστική παραγωγή του τον Οκτώβριο του 1993 και μετά την κλινική φάση ΙΙΙ σε 500 ασθενείς χορηγήθηκε άδεια κυκλοφορίας τον Δεκέμβριο του 1996 από το FDA.
Οι ερευνητές που χρησιμοποιούσαν την τοξίνη στην θεραπεία του βλεφαρόσπασμου παρατήρησαν ότι προκαλούσε μια ενδιαφέρουσα παρενέργεια που ήταν η έντονη μείωση των ρυτίδων του μεσόφρυου. Αυτή η παρενέργεια αξιοποιήθηκε εμπορικά από την αμερικάνικη εταιρεία Allergan,Inc. η οποία το 2002 πήρε την έγκριση από τον Οργανισμό Φαρμάκων και Τροφίμων για το προιόν της Botox, να χρησιμοποιείται εκτός των άλλων και για την μη-χειρουργική αντιμετώπιση των ρυτίδων.
Ανάλογα σκευάσματα είναι το Dysport της εταιρείας Ipsen και το BTXA της εταιρείας Hugh.Διατίθεται επίσης το προιόν Myobloc/Neurobloc, που είναι αλλαντοτοξίνη τύπου Β.
Από τότε μέχρι σήμερα τοξίνη τύπου-Α έχει χρησιμοποιηθεί στην οφθαλμολογία, νευρολογία, γαστρεντερολογία, γυναικολογία, ουρολογία, χειρουργική, ορθοπαιδική, πλαστική χειρουργική, δερματολογία και τελευταία στην οδοντιατρική.
Μελέτες που ερευνούν διαφορετικές κλινικές εφαρμογές πραγματοποιούνται διεθνώς.
Η κλινική αποδοχή της αλλαντοτοξίνης επιτεύχθηκε σαν ένα αποτέλεσμα των αξιοσημείωτων ωφελειών σε ασθενείς με δυστονία και στις αρχές του 1990 έγινε η “χρυσή σταθερά” θεραπείας κύριας και δευτεροπαθούς δυστονίας αρκετά χρόνια πριν την αποδοχή από τον FDA το 1996.
Aυτή η πρώιμη επιστημονική αποδοχή οφείλετο στη σημασία μιας τόσο εστιακά δρώσης θεραπείας και αντικατάσταση άλλων φαρμάκων στους ασθενείς που δεν ανακουφίζονταν και είχαν σημαντικές συστηματικές παρενέργειες από αυτά, όπως η levodopa, τα αντιχολινεργικά φάρμακα και τα μυοχαλαρωτικά. Η αλλαντοτοξίνη θεωρείται τώρα η νέα θεραπεία επιλογής στους περισσότερους ασθενείς με εστιακή ή τμηματική(segmental) δυστονία.
Η χρήση της αλλαντοτοξίνης για επίλυση αισθητικών προβλημάτων, είναι δημιουργία των Alistair και Jean Carruthers. Για αρκετά χρόνια, ασθενείς με βλεφαρόσπασμο που είχαν δεχθεί την αλλαντοτοξίνη γύρω από τα μάτια και την άνω μοίρα του προσώπου σε μεσοδιαστήματα 3 ή 4 μηνών, κατά την επανεξέταση ανέφεραν στους θεράποντες ιατρούς την εξαφάνιση των ρυτίδων τους.
Μετά την ανακάλυψη της αισθητικής εφαρμογής της αλλαντοτοξίνης, στα μέσα της δεκαετίας του 1990, ο William Binder, προσωπικός και επανορθωτικός πλαστικός χειρουργός, ανέφερε ότι σε ασθενείς που χορηγήθηκε η αλλαντοτοξίνη για αποκατάσταση των ρυτίδων, παρατηρήθηκε ανακούφιση του πόνου ημικρανίας αμέσως μετά τη χορήγηση. Ο ίδιος σε συνεργασία με τους Blitzer και Brin , πραγματοποίησαν την πρώτη μελέτη χρήσης της αλλαντοτοξίνης τύπου Α στον πόνο της ημικρανίας. Ακολούθησαν αρκετές εργασίες και το θέμα βρίσκεται ακόμη υπό έρευνα.
Λόγω συνέχισης και διεύρυνσης της έρευνας του Scott, επιστήμονες μελέτησαν περαιτέρω τον μηχανισμό δράσης της αλλαντοτοξίνης και βρήκαν ότι είναι η άμεση μυική χαλάρωση με αποκλεισμό των νευρομυικών συνάψεων.
Επιπροσθέτως προς τον μηχανισμό δράσης της αλλαντοτοξίνης, η κατανόηση των κλινικών δράσεων, η πιθανότητα παραγωγής αντισωμάτων και οι νέες τεχνικές κατασκευής και παραγωγής, οδήγησαν σε μια βελτιωμένη σύνθεση της αλλαντοτοξίνης τύπου Α το 1997. Οι αναφορές παραγωγής αντισωμάτων μειώθηκαν ίσως λόγω μείωσης του πρωτεινικού φορτίου που περιέχεται στα έκδοχα. Η αρχική παρτίδα της αλλαντοτοξίνης τύπου Α(79-11) κατοχυρώθηκε στον Scott που ονόμασε αυτή Oculinum ® και αργότερα κατοχυρώθηκε από την εταιρεία Allergan με το όνομα Botox. Η αρχική σύνθεση που διετέθη στις Ηνωμένες Πολιτείες, είχε μια σχετικά χαμηλή δυναμικότητα της τοξίνης με επακόλουθο υψηλότερο αντιγονικό πρωτεινικό περιεχόμενο. Η παρτίδα του Botox(88-4) που χρησιμοποιήθηκε στην Ευρώπη, είχε υψηλότερη δυναμικότητα και πιθανώς λιγότερες αντιγονικές αντιδράσεις. Στην πορεία και οι δυο αρχικές συνθέσεις τροποποιήθηκαν προς την κατεύθυνση υψηλότερη δυναμικότητος και μικρότερων αντιγονικών αντιδράσεων,λόγω μείωσης του πρωτεινικού φορτίου των εκδόχων.